Η υπερταλαντούχα, ευφυής, μοναδική, Δήμητρα Παπαδοπούλου έδωσε συνέντευξη στη Lifo και σας τη μεταφέρω

Διαυγής, ακρασάριστη, μασίφ και συγχρόνως φευγάτη, φρέσκια, μη αναλώσιμη. Δεν συμβαίνει καθόλου συχνά με τους ανθρώπους που υπογράφουν επιτυχημένες δουλειές για την τηλεόραση, το θέατρο, το οτιδήποτε.  

Με τη Δήμητρα Παπαδοπούλου συμβαίνει συνέχεια, γιατί το έχει επιλέξει. «Μαζί», αλλά και «μακριά». Έτοιμη, αλλά χωρίς λύσσα να αποδείξει κάτι. Χαλαρή, αλλά όχι παραδομένη. Και κυρίως με διαβολεμένη αίσθηση του μέτρου, που στα media έχει χαθεί από καιρό.

Ένας λόγος που δεν βγαίνω και αποφεύγω να μιλάω είναι γιατί οι ερωτήσεις είναι πάντα κλισέ. Την απάντηση στην ερώτηση “γιατί δεν κάνεις τηλεόραση;”  θα ήθελα να μπορώ να τη δημοσιεύσω παντού και να λέω ότι αυτό έχει απαντηθεί από το 1900 τόσο για παράδειγμα και τελείωσα μ’ αυτήν την ερώτηση. Δεν είναι μόνο δημοσιογραφική ερώτηση. Είναι στα ταξί, είναι στον δρόμο, είναι στα μαγαζιά που πάω να ψωνίσω, είναι παντού. Μήπως απλά να έχω ένα πλακάτ και να δίνω την απάντηση, γιατί φαντάζεσαι πόσο επώδυνο είναι να απαντάς το ίδιο πράγμα επί χρόνια;  Πηγαίνεις στο Δαφνί. Τις περισσότερες φορές απαντάω “γιατί έτσι!”. Άλλες φορές απαντάω “τι ψάχνεις τώρα;”. Έχω πολλές απαντήσεις. Άλλες φορές λέω “θα ‘ρθει η ώρα”. Ό,τι να ‘ναι. H αλήθεια, όμως, είναι ότι δεν κάνω, διότι η τηλεόραση δεν με στηρίζει, όπως εγώ έχω ανάγκη να στηρίζομαι και να κάνω τηλεόραση. Ας πούμε, ότι εγώ την τηλεόραση την θεωρώ πάρα πολύ σοβαρό Μέσο. Έχει κούραση και θέλει κούραση. Όσο έχω κουραστεί για να κάνω δύο σειρές στην τηλεόραση, δεν έχω κουραστεί για να μπω στο Πανεπιστήμιο. Τη θεωρώ ένα άψογο είδος και τι εννοώ μ’ αυτό: ότι οι άνθρωποι που την υποστηρίζουν – ο καθένας στον τομέα του – πρέπει να λειτουργούν άψογα. Όχι, δεν είμαι φρικιό της τελειότητας, αλλά θέλω να κάνω αυτό που έχω στο νου μου, όπως το θέλω, να λειτουργούν όλα καλά, να είναι αυτό που είχα φανταστεί που – εντάξει – είναι λίγο παράνοια. Βλέπω πολλούς ανθρώπους που είναι του στιλ “εντάξει, μωρέ, ό,τι κάτσει” που δεν μου πάει καθόλου. Είμαι του “ό,τι κάτσει”, αλλά να κάτσει στη θέση που θα το βάλω εγώ, στη θέση που πρέπει».  

Μην κοροϊδευόμαστε, το χιούμορ είναι αντρική υπόθεση και οι κώδικες είναι πιο αγορίστικοι. Και η μάζα των αντρών δεν μπορεί να το δει αυτό πολύ εύκολα ως ερωτικό προσόν. Αλλά, άμα σου κάτσει ένας άντρας που αυτό μπορεί να το δει ως προσόν, ε, τότε μιλάμε για τον άντρα με τον οποίο έχει νόημα να ασχολείσαι.  

Ναι, βλέπω τηλεόραση, αλλά τη βαριέμαι πάρα πολύ και βαριέμαι τις διαφημίσεις. Όσο περισσότερο “πέφτουν” σε ποιότητα, τόσο πιο πολύ “φωνάζουν”. Όσο πιο λίγα τα λεφτά, τόσο πιο πολύ “ουρλιάζει” το προϊόν.  Πλέον, την ώρα που θα δεις μια διαφήμιση, ενώ παρακολουθείς κάτι άλλο, μπορεί να σου κάνει τα νεύρα τσατάλια. Για να επιβληθεί το προϊόν, τους βάζουν όλους και φωνάζουν πάρα πολύ, με αποτέλεσμα οι εκφωνητές, οι ηθοποιοί να έχουν μία απίστευτη ένταση που προφανώς ο πελάτης την ζητάει και εκεί φρικάρεις με την τηλεόραση από τις διαφημίσεις. Έχει πέσει πάρα πολύ το επίπεδο».  

Πώς και δεν έγραψα βιβλίο; Γράφω τώρα ένα και εύχομαι να το τελειώσω σύντομα. Το βιβλίο ήταν το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα στη ζωή μου ότι θέλω να γράψω. Ήμουν 5 χρονών. Είχα πει στον μπαμπά μου “θα γράψω βιβλίο” και με είχε ρωτήσει “με τι θέμα;” και κώλωσα εκεί και δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Μου είπε “καλά, άμα βρεις ποτέ το θέμα, γράψ’ το το βιβλίο”. Το θέμα το ‘χω βρει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Το άφηνα, το έπιανα, το έψαχνα, το ξανάφηνα. Αλλά τώρα λέω να το τελειώσω, γιατί με το καημένο το βιβλίο έχεις και την άνεση ότι είσαι μόνο εσύ κι αυτό, δεν έχεις τόσο κόσμο να συνεννοηθείς, να μιλήσεις, να, να, να. Πώς προέκυψε; Μια μέρα είχα φάει ένα χοντρό τηλεφωνικό στήσιμο από μία σχέση μου και περιμένοντας το τηλέφωνο, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι αυτόν τον χρόνο δεν θέλω να τον χάσω. Και έτσι ξεκίνησα να γράφω το βιβλίο με αυτό το θέμα.  

Αν διαβάζω; Τελευταία, πολύ περισσότερο. Πολύ λογοτεχνία, πολύ ιστορία, τώρα τελευταία έχω φάει ένα σκάλωμα με τον Πελοποννησιακό πόλεμο, δεν ξέρω γιατί μου θυμίζει όλο αυτό που ζούμε στην Ελλάδα, πάλι αυτή τη διχόνοια, ότι δεν τέλειωσε ποτέ. Μπορώ να σου πω τι δεν διαβάζω. Δεν διαβάζω πια βλακείες. Κι αυτό δεν το λέω υπέρ μου. Το λέω με λύπη. Λέγοντας “βλακείες”, εννοώ ένα “βιβλίο – σαπούνι” που είναι ευκολοδιάβαστο, υπάρχουν πολλά τέτοια, μη λέμε ονόματα. Έχω διαβάσει τέτοια “σαπούνια” που ρέουν –τρρρουπ – που μετά, πραγματικά κοιμάσαι σαν πουλάκι, που σε ταξιδεύουν σε καταστάσεις που δεν υπάρχουν, αλλά αυτό που σου μένει είναι πολύ σκουπίδι. Σκουπίδι, όμως. Γι’ αυτό έβαλα λίγο τον εαυτό μου σε βούρδουλα, έχω γίνει λίγο “φράου”, ότι “άσ’ την ευκολία, ρε παιδί μου, αφού βλέπεις ότι τελειώνοντας αυτό το βιβλίο σου ‘χει μείνει μία βλακεία, τι κάνεις ακριβώς;!”. Οπότε, ζορίζομαι λίγο, γιατί δεν είναι κι απλό να την πέφτεις στον Πελοποννησιακό πόλεμο πριν κοιμηθείς, έτσι; Εκεί, γινόταν της τρελής: το Άργος, η Ποτίδαια, τι γινόταν με τις πόλεις – κράτη! Μέχρι να καταλάβεις τι γινόταν, χάνεσαι. Αλλά λες, ρε παιδάκι μου, τουλάχιστον δεν κοιμάμαι μ’ ένα σκουπίδι.  

Για τους “Απαράδεκτους” νιώθω πολύ περήφανη και πολύ θυμωμένη. Θυμωμένη, γιατί αν το ‘κανα σε άλλη χώρα, θα ζούσα από αυτό. Νιώθω τσαντίλα μεγάλη που τα ελληνικά μας, ενώ είναι τόσο σπουδαία γλώσσα, είναι τόσο πολύ περιθωριοποιημένα.  

Κοίταξε να δεις, το χιούμορ και η νοημοσύνη, σε επίπεδο… μαζικότητας των ανδρών είναι ανασταλτικά. Μην κοροϊδευόμαστε, το χιούμορ είναι αντρική υπόθεση και οι κώδικες είναι πιο αγορίστικοι. Και η μάζα των αντρών δεν μπορεί να το δει αυτό πολύ εύκολα ως ερωτικό προσόν. Αλλά, άμα σου κάτσει ένας άντρας που αυτό μπορεί να το δει ως προσόν, ε, τότε μιλάμε για τον άντρα με τον οποίο έχει νόημα να ασχολείσαι. Στη δουλειά είναι διαφορετικά. Το χιούμορ διευκολύνει, είναι λύτρωση. Εγώ παρακαλάω να έχω αυτή την επιφοίτηση, αυτό το δωράκι να είναι συνέχεια… alert. Για να ξεμπλοκάρει τα πράγματα. Γιατί το χιούμορ αυτό κάνει: ξεμπλοκάρει. Λες μια μαλακία και χαλαρώνουν τα πάντα. Μακάρι να μπορούσα να το έχω 24 ώρες.  

Γράφω με φλασιές. Είμαι της φλασιάς. Αυτή τη στιγμή η κατάσταση είναι αδιανόητη με το πόσα έχω να γράψω, πόσο ώριμο είναι να γραφτούν κάποια πράγματα και το πόσο περιμένω απ’ έξω τα σήματα για θέατρο, για σινεμά, για κωμωδία, για πολλά. Μακάρι να ‘χα ένα σήμα απ’ την τηλεόραση σοβαρό. Θα το ‘κανα! Είμαι πανέτοιμη για να γράψω τα πάντα. Απλώς, αυτή τη στιγμή δεν έχει εμφανιστεί ο “απ’ έξω”, αυτός που θα μ’ εμπνέει, διότι ξέρει γιατί ζητάει εμένα. Όχι απλά επειδή «τα φέρνω».  Παλιά, ήταν αλλιώς. Οι παλιοί έκαναν focus. Τώρα κάνουν focus σε 35 ανθρώπους μαζί κι όποιος κάτσει. Είναι το καπιταλιστικό σύστημα αυτό: ανοίγουμε πολλά παράθυρα μαζί κι όλα καλά είναι.  

Για τους “Απαράδεκτους” νιώθω πολύ περήφανη και πολύ θυμωμένη. Θυμωμένη, γιατί αν το ‘κανα σε άλλη χώρα, θα ζούσα από αυτό. Νιώθω τσαντίλα μεγάλη που τα ελληνικά μας, ενώ είναι τόσο σπουδαία γλώσσα, είναι τόσο πολύ περιθωριοποιημένα. Τσαντίζομαι που μου λένε ότι τα “Φιλαράκια” που βγήκαν μετά, έχουν κάνει τον γύρο του κόσμου, παίζονται ακόμη παντού. Από τη μία χαίρομαι, από την άλλη τσαντίζομαι, γιατί λες, ρε παιδί μου, τέτοια αντιμετώπιση… Σκέψου ότι δεν προβάλλονται στην τηλεόραση, επειδή δεν πληρώνουν δικαιώματα. Εμπορικά, λοιπόν, είμαι πολύ θυμωμένη, γιατί είναι ανεπίτρεπτο αυτό που γίνεται. Οπότε, ναι μεν περήφανη, αλλά θυμωμένη. Αν δεν ήμουν θυμωμένη, θα ήμουν ψωροπερήφανη. Γιατί όλα πρέπει να έχουν το αντίκρισμα τους. Γι’ αυτό. Και για το πόσο οι “Απαράδεκτοι” τροφοδότησαν και άλλες δουλειές και γράφτηκαν σίριαλ πατώντας πάνω τους. Που καλά κάνανε. Γιατί και εγώ πάτησα σε κάποιο Σακελλάριο και σε κάποιο Τσιφόρο.  

Αν ο καθένας κοιτάξει μέχρι την άκρη του δικού του χωριού να είναι συνεπής, θα έχει κάνει μία σπουδαία πολιτική πράξη. Αυτό κάνω σε όλη μου τη ζωή, όσον αφορά την πολιτική μου στάση. Δεν το μετρούσα με το ανακάτεμα με τα κόμματα.  

Κοίτα, το 90% των εργαζόμενων δεν ξέρω αν πληρωνόμαστε την αξία μας, την αξία της δουλειάς μας, αλλά με αυτό που συμβαίνει, με αυτό που βλέπω να συμβαίνει με την ανεργία και με το να δουλεύει κάποιος, χωρίς να πληρώνεται, είμαι πολύ προβληματισμένη. Δεν ξέρω ακόμη αν θα ψηφίσω, δεν με αντιπροσωπεύει καθόλου, όλο αυτό που γίνεται. Αυτό που μπορώ να σου πω, ως μία πολιτική πράξη που μπορώ να κατανοήσω είναι να είμαι εντάξει εγώ στα όρια και τα πλαίσια που μπορώ να ελέγξω. Όπως έλεγε κι ο Βούδας, μπορώ να φροντίσω μέχρι την άκρη του χωριού μου. Αν, δηλαδή, ο καθένας κοιτάξει μέχρι την άκρη του δικού του χωριού να είναι συνεπής, θα έχει κάνει μία σπουδαία πολιτική πράξη. Αυτό κάνω σε όλη μου τη ζωή, όσον αφορά την πολιτική μου στάση. Δεν το μετρούσα με το ανακάτεμα με τα κόμματα. Κοίταγα στο στενό σου περιβάλλον πόσο δημοκράτης είσαι, πόσο δημιουργικός, πόσο εντάξει. Στο επίπεδο του πάω να ψηφίσω, πάντως σίγουρα δεν θα ψήφιζα κάποιο από τα δύο μεγάλα κόμματα. Με τίποτα. Το κακό, όμως, είναι ότι δεν με εκφράζουν και τα μικρά!  

Χάσιμο χρόνου είναι όλο αυτό το πανηγύρι, οι φωτογραφήσεις, τα events. Προτιμώ ν’ αράξω στο σπίτι μου, να πάω μια βόλτα ή να κοιμηθώ, παρά να πάω να… φωτογραφηθώ. Πιο κερδισμένος χρόνος είναι. Φωτογραφιζόμουν, όταν ήμουν μικρή και μόνη μου και σ’ εκδρομές. Ξέρω ότι όλο αυτό είναι χαμένος χρόνος από τη μέρα που ‘χαν έρθει σ’ ένα γύρισμα των «Απαράδεκτων» και μας είπαν ότι το brake δεν θα το κάνουμε, γιατί θα πάμε να φωτογραφηθούμε γιατί μας ήθελαν για εξώφυλλο και εκεί πραγματικά κόντεψα να πάθω κρίση πανικού. Είπα “δεν θα κάνω brake για να πάω να φωτογραφηθώ”; Κι ενώ μετά θα έπρεπε να συνεχιστεί το γύρισμα;  Εκεί τρελάθηκα. Εδώ έχω φύγει από φωτογράφηση εξώφυλλου μεγάλου περιοδικού, γιατί μου αλλάξανε 15 ρούχα και είπα “δεν μπορώ άλλο” και σηκώθηκα κι έφυγα. Δεν μπορώ, εγώ είμαι όλη μέρα έξω. Δεν είμαι γι’ αυτά. Σκέψου ότι στο θέατρο με πιάνει μια κούραση, ακριβώς επειδή πρέπει να ντύνεσαι και να βάφεσαι. Χάσιμο χρόνου! Είναι ωραίο να ασχολείσαι με την εικόνα σου, αλλά τις στιγμές που το ‘χεις όρεξη εσύ. Αυτό το κάθε μέρα “βάφομαι – χτενίζομαι – φοράω τακούνια – βάζω καινούρια μοντέλα”, εμένα με πεθαίνει. Τι να πω; Δεν με πειράζει ο κόσμος που το κάνει. Εγώ να μην πρέπει να βαφτώ και να ντυθώ. Να το βλέπω, μ’ αρέσει.  

Μεγάλη απώλεια ενέργειας τα social media. Πώς ήταν στη γειτονιά, στα κομμωτήρια, στη λαϊκή το κουτσομπολιό; Ε, τώρα γίνεται σε ηλεκτρονική μορφή, μαζικά. Αλλά είναι ένα τεράστιο, απέραντο κουτσομπολιό. Μία υποτιθέμενη ελεύθερη έκφραση που – κολοκύθια με τη ρίγανη – πολύ λίγα πράγματα είναι πραγματική αντίσταση. Πώς μου φαίνονται οι selfies; Ότι άγεται και φέρεται ένα πλήθος για να δείξει ότι δεν είναι μόνο του. Ότι – κοίτα! – είμαστε παρέα. Μια ομαδοποίηση. Παλιά όλοι αυτοί θα μπορούσαν να είναι και στην ΚΝΕ ή στον Ρήγα. Κοίτα, όλοι μαζί κάνουμε κάτι ίδιο, είμαστε κάτω από την ίδια “στέγη”, άρα υπάρχουμε, άρα δεν είμαστε σαν την καλαμιά στον κάμπο. Έτσι το νιώθω όλο αυτό. Τι είναι το duckface; Α, ναι! Σα να βλέπεις κάποιον να κάνει μία τούμπα. Άμα περνάει καλά, ας το κάνει. Εγώ δεν βγάζω φωτογραφίες, ούτε με φανς που λέει ο λόγος. Δεν υπάρχει περίπτωση να φωτογραφηθώ. Λέω “παιδιά, δεν το ‘χω!” και το σέβονται οι άνθρωποι. Δε συμμετέχω σ’ όλο αυτό το πανηγύρι της φωτογραφίας. Σου ‘πα, αυτό το ‘κανα, όταν ήμουν 12 χρονών. Έβαζα το μπαμπά μου απέναντι με μια Kodak και με τράβαγε. Τέλειωσε, όμως, αυτό. Αυτά είναι 12χρονες συμπεριφορές, είναι “του παιδιού”. Δεν μπορεί από τα 20 και μετά ν’ ασχολείσαι μ’ αυτά. Το καταλαβαίνω στα παιδιά. Το καταλαβαίνω σ’ ένα πάρτι. Το καταλαβαίνω για επαγγελματικούς λόγους. Και εγώ θα το κάνω κάποια στιγμή, δεν θα το γλιτώσω, αλλά δεν το καταλαβαίνω ως τρόπο ζωής. Αλλά πώς θα ζήσουν κι όλα αυτά τα καινούρια Μέσα, αν δεν υπάρχει κόσμος να σαχλαμαρίζει; Κερδοφορία και σαχλαμαρία είναι μαζί.  

Οι “Άγαμοι Θύται” είναι μια παρέα κοντά στον τρόπο που σκέφτομαι και μ’ αρέσει να λειτουργώ, είναι μια αντροπαρέα μ’ όλα τα καλά και τα κακά της αντροπαρέας. Στις αντροπαρέες το κακό είναι το “υπερεγώ”. To καλό, όμως, – που δεν το αλλάζω με τίποτα – είναι ότι εκείνη την ώρα θα βριστούμε, θα χαρούμε, θα τα πούμε όλα χύμα και θα τελειώνουμε. Ενώ οι γυναίκες το κρατάμε και για την επόμενη ζωή. Όχι ότι εγώ δεν το κάνω. Απλώς, θεωρώ ότι δεν έχω και την απόλυτη γυναικεία λειτουργία, το ισορροπώ με την αντρική λογική. Αν και έχω υποστεί μεγάλη πρέσα να μην το κάνω, να γίνω πιο γλυκό παιδί.  Οι “Άγαμοι”, λοιπόν, είναι κάτι πολύ κοντινό μου σε αυτή τη φάση που παντού μαίνεται αυτό το ξεκατίνιασμα. Παρασκευές – Σάββατα είναι πολύ ωραία, είναι φουλ, είναι πολύ καλά!  

* Η Δήμητρα Παπαδοπούλου υπογράφει τα κείμενα της μουσικής παράστασης «Με το κεφάλι ψηλά» που παρουσιάζουν οι «Άγαμοι Θύται» με τον Λαυρέντη Μαχαιρίτσα και τον Πάνο Μουζουράκη στο Anodos Stage Live κάθε Παρασκευή και Σάββατο. 

Πηγή: http://www.lifo.gr  * συνέντευξη στη δημοσιογράφο Χριστίνα Γαλανοπούλου

Spread the love

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *