Je souis garçon … και τα μυαλά στα μίξερ! PART 1

Κουκλάκια μου τρελά και αγαπημένα, εδώ και λίγο καιρό δεν αισθάνομαι καθόλου καλά.

Για να το θέσω καλύτερα, εγώ μια χαρά αισθάνομαι το πορτοφόλι μου ουχί! Και ενώ τρέχω από τη μια δουλειά στην άλλη, αυτό μένει μονίμως άδειο σε σημείο μάλιστα που σκέφτομαι να το καταργήσω. Γιατί ποιος ο λόγος αγαπητά μου κουκλάκια να διαθέτω πορτοφόλι όταν αυτό δεν γεμίζει ποτέ; Και ενώ ονειρευόμουν μονίμως ότι επιτέλους έγραψα το best seller μου και απλά κάθομαι και μου έρχονται χρήματα από τις πωλήσεις, η πραγματικότητα με προσγείωσε απότομα. Ένας λογαριασμός από δω, κάτι δικηγόροι από κει, μια πλισέ ωραιότατη φούστα που με φωνάζει να την αγοράσω.. με οδήγησαν στη σερβιτορική! Μάλιστα αγαπητέ μου στη σερβιτορική. Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή και έτσι πήρα το δίσκο παραμάσχαλα και όποιον πάρει ο χάρος!

Και ήρθε το Σκ και βάζω το λευκό μου, από το Ariel πουκάμισο και το μαύρο μου παντελόνι, και πιάνω το δίσκο. Πρωί πρωί ενημερώνομαι ότι το μαγαζί είναι γεμάτο και ούτε για δείγμα δεν υπάρχει καρέκλα. Ωραία θα περάσουμε, μονολογώ και άρχισε η ορδή των βαρβάρων. “Κόρη μιτσιά”, (εγώ είμαι αυτή!) “ένα νερό μάνα μου”! Άλλος:” Ναι, εν η τρίτη φορά που σας ζητώ ψωμί” (ναι μάνα μου δεν βλέπεις ότι το παλεύω;) “Το λογαριασμό παρακαλώ;” μισό λεπτό. “ Πότε εν να έρτει το καλαμαρούη του μωρού;” Το περιμένουμε τώρα να αφηχθεί από τον Ατλαντικό! Άη σιχτήρ πια! Με τούτα και με κείνα τίγκα η ταβέρνα στο λαό και μεις ωσάν νέοι Λεωνίδες να τρέχουμε να προλάβουμε το κακό! Και εκεί που ο απλός λαουτζίκος έτρωγε αποχαυνωμένα τη μαρίδα του, τσουπ μπαίνει μέσα στο μαγαζί, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, ο πλούσιος! Με την πλουσία παραμάσχαλα. Και ρωτάω τον πρώτο σερβιτόρο που εθεάθη μπροστά μου. Τι επαγγέλλεται ο μεσιέ; Πλούσιος μου λέει! Επάγγελμα, βαρύ και ανθυγιεινό που μοστράρει στα lifestyle περιοδικά μετά βαΐων και κλάδων. Και την ώρα που αράζουν την κωλάρα τους στις τόνενες καρέκλες, ευχαριστούμε το Θεό που καταδέχτηκε η κωλάρα τους να στρωθεί στην καρέκλα μας, πάει η καψερή η σερβιτόρα να πάρει παραγγελία. “Τι να σας φέρουμε”, ρωτάει χαμογελώντας και από μέσα της, παρακαλάει να μην είναι μεζές γιατί μας τελείωσε το μπαρμπούνι και τι θα μπει στη θέση του; “Α”! ανακράζει ο πλούσιος. “Θέλω γαρίδες, θέλω συναγρίδα, θέλω μια special σαλάτα, θέλω τα σέα μου και τα μέα μου”. Θέλω, και η καψερή δίπλα του η πλούσια δεν τολμάει να ανοίξει το στόμα της να πει ένα θέλω ρε αδελφέ! Λίγο τόλμησε να πει θε.. και άφησε μισοτελειωμένη τη φράση αφού ο μεσιέ πλούσιος της έριξε ένα βλέμμα, που ούτε αν πατήσεις με γόβα στιλέτο σε παρκέ γιοτ δεν σε βλέπουν έτσι. Και εδόθη η παραγγελία και ξεκίνησε το πλούσιο ζεύγος την κοινωνικοποίηση. Τουτέστιν, σέλφι, τι ωραία περνάμε εδώ στην εξοχή και τα διάφορα socialite. Μέχρι που εκουράσθην ο μεσιέ πλούσιος και άφησε το κινητό του στην άκρη. Και η μανταμ πλουσία τον αντέγραψε. Και το βλέμμα της έπεσε θολό στο ταβάνι. Και το βλέμμα του, αυτουτού, αποχαυνωμένο να παρακολουθεί τα τηγανιτά καλαμαράκια να προσγειώνονται στο διπλανό του τραπέζι. Και να πέφτει το σάλιο της πλουσίας και να την βλέπει με θανατηφόρο βλέμμα ο πλούσιος. Γιατί ο πλούσιος χτυπάει ατελείωτες ώρες στο γυμναστήριο. Ιδρώνει τη φανέλα. Φτύνει αίμα για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της σκληρής δουλειάς που επωμίστηκε, Και το ίδιο επιθυμεί και διά την πλουσία. Μακριά το χέρι από τηγανιτά σε έφαγα. Άσχετο αν μέχρι πριν γνωρίσει και νυμφευθεί την πλουσία, το τηγανιτό πήγαινε σύννεφο. Άλλου παπά ευαγγέλιο αυτό! Τώρα είμεθα πλούσιοι! Έχουμε μια πλούσια σύζυγο, ένα πλούσιο παιδί που μάλλον θα υιοθετήσουμε αφού δεν θέλουμε να χαλάσουμε το κορμί της πλούσιας συζύγου, ένα πλούσιο κηπουρό, ένα πλούσιο σοφέρ για το πλούσιο Ρέηντζ Ρόβερ μας. Την πλούσια εξακοσάρα μερσεντές την οδηγεί ο πλούσιος αδελφός της πλουσίας συζύγου και την πλούσια πόρσιε η πλούσια κουνιάδα. Το πλούσιο wanna be παιδάκι τους θα του πάρουν καμιά πλούσια Φερράρι στα 12 να έχει να πορεύεται. Φτάνει να μην τρώει τηγανιτά! Όρος απαράβατος, τηγανητό και θάνατος! Και έρχεται η σαλάτα. Πλούσια, με φρέσκα χορταράκια, ωραιότατη, μοσχομυριστή και πέφτει το πλούσιο ζεύγος με τα μούτρα στο μαρούλι! Κιχ δεν έβγαλε το αγγουράκι! Αναστέναξε και το τελευταίο χορταράκι! Γιατί επαγγέλλονται πλούσιοι οι άνθρωποι! Και πεινάνε! Ανηλεές επάγγελμα. Ψυχοφθόρο. Πειναλέο! Ξέρεις πόση ώρα μάνα μου περνά στην αισθητικό η πλουσία; Στο λαιμό της έρχεται το στομάχι μέχρι να κολλήσει το πρόσθετο νύχι! Ξέρεις πόσες σέλφι διαγράφουν τη μέρα μέχρι να βρουν τη μια και μοναδική υπερ λαμπρη σέλφι; Αυτό το δακτυλάκι που διαγράφει τη σέλφι κάθε τρεις και λίγο μπορούσε να είναι βουτηγμένο στη μερέντα! Αλλά όχι αγάπη μου! Το είδος αυτό των πλουσίων προτιμάει τις σέλφι! Μπορείς και εσύ κουκλίτσα μου; Ξέρεις πόσες ώρες μάνα μου στέκει ακίνητη η δύσμοιρη πλούσια για την πρόβα του κοκτέιλ φορέματος στην Anice; Τι σημαίνει να γυρίζεις μερόνυχτα τη Στασικράτους για να βρεις γόβα να δένει με το προαναφερθέν φόρεμα; Και ούτε επιδόματα, γιορτές, αργείες, αδείες; Τι τραβάνε και αυτοί οι πλούσιοι! Πείνα του κερατά! Για αυτό πέφτουν με τα μούτρα στη σαλάτα! Για αυτό βλέπουν το καημένο το απλό μαρουλάκι του λαού και ωρεύονται κοκορέτσια και μπριζολίδια και του δίνουν και καταλαβαίνει. Μεταξύ μας: αλήθεια; χορταίνει κανείς με μαρούλι και αγγούρι; Στα δικά μας όμως: Και στο τραπέζι πια μοστράρει πρώτη μούρη στο Καβούρι η γαρίδα. Φρέσκια, μοσχοβολάει θάλασσα και το σάλιο της πλουσίας της ήρθε και τσίτωσε στο πρόσωπο. Αρπάζει με τις χερούκλες του ο πλούσιος τη γαρίδα και την κάνει μια χαψιά. Λες, δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν θα φάει και αυτή η καψερή τη γαριδούλα της. Αφού τη θέλει. Το βλέπεις στο τσιτωμένο από το σάλιο και στρες πρόσωπο της. Το άγχος έκδηλο πίσω από τη σιλικόνη. Ράκος, ερείπιο. Κατάρρευσαν στην τόνενη καρέκλα όλα τα λέιζερ και οι κυτταροθεραπείες. Προσπάθησα να καταλάβω τι τρέχει. Ποιος αρρώστησε. Ποιος πέθανε. Τι της συνέβη τέλος πάντων. -Δεν με αφήνει να φάω, ανέκραξε! -Γιατί; ρώτησα δειλά τη σερβιτόρα βου -Την τελευταία φορά που έφαγε την έσπασε στο ξύλο. Μου απάντησε ψιθυριστά καθώς άνοιγε ένα μπουκάλι κρασί. “Τι έκανε λέει”; είπα μάλλον φωναχτά και ο πλούσιος γύρισε και με είδε με το δολοφονικό του βλέμμα. -ο Πισινός. Συνέχισε η σερβιτόρα βου. Θέλει τον πισινό της φλατ! Φλατ; α ρε προβλήματα που έχουν αυτοί οι πλούσιοι! Και μεις τίποτα! Ο πισινός μας τούρλα και τα μυαλά στα κάγκελα! Και πάω κοντά και πετυχαίνω την ώρα που ο πρώτος σερβιτόρος τοποθετεί τη συναγρίδα στο τραπέζι. – “Μα δεν σας άρεσαν οι γαρίδες μας”; αναφωνώ και την βλέπω να ξεροκαταπίνει το σάλιο. “Οι εν πολλά ωραίες” κράζει ο πλούσιος και του εύχομαι “στο λαιμό να σου κάτσει η γαρίδα με τον κώλο της μαζί”. “Είμαι του γλυκού”, λέει μελιστάλακτα η πλουσία και το χέρι του πλούσιου χώνεται στην τρυφερή σάρκα της συναγρίδος. “Τρώω μόνο χόρτα και γλυκά” επιμένει αυτή και πιάνω το νόημα! “Γλυκά κομμένα” ανακράζει ο πλούσιος την ώρα που το στόμα του παλεύει να χωρέσει μέσα όλη τη συναγρίδα και τη Μεσόγειο μαζί. Δεν τρώτε; συνεχίζω εγώ. “Εγώ τη γενέκα μου θέλω την λεπτή”. Λέει με μια φωνή ο πλούσιος. Μα τι λεπτή μάνα μου; αναφωνώ, ακόμα λίγο και θα τη μαζεύουμε από τους ανώνυμους ανορεκτικούς. Και απομακρύνθηκα. Και τον άφησα να τρώει τη συναγρίδα και την άλλη να βλέπει. Και μαθαίνω ότι γενικώς την σπάει στο ξύλο. Ο πλούσιος την πλουσία. Και αυτή κάθεται. Και τις τρώει. Και ξημεροβραδιάζεται στα νοσοκομεία γιατί τον αγαπάει!!!! Και αυτός την αγαπάει. Αυτήν και τα λεφτά της, που τον έκαναν πλούσιο. Αλλά έχουν και ένα άλλο πρόβλημα από ότι μαθαίνω. Το σκάφος αγάπη μου! Το σκάφος! Πήγανε Σαββατοκύριακο στη μαρίνα Λεμεσού να δείξουν το σκάφος σε κάτι φίλους και ετόλμησαν, οι φίλοι, να περπατήσουν στο σκάφος με τα παπούτσια! Φίλοι είναι αυτοί ή φίδια κολοβά; Έλα μουνί στον τόπο σου! Αν είναι δυνατόν! Και ο πλούσιος έγινε έξαλλος γιατί το σκάφος τους, το πάτησαν βάρβαροι! Εάλω το σκάφος μάνα μου. Αντί να τους δώσει καμιά ξανάστροφη καθόταν και καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι! Αυτό! Αυτό την πλήγωσε την καψερή την πλούσια και δεν έτρωγε! Αυτό και που της έπεσε το ένα εξτένσιον από το μαλλί την ώρα που βούταγε κρυφά ένα κομματάκι σούσι. Τι τραβάνε αγάπη μου αυτές οι πλούσιες! Τι κρίματα πληρώνουν! Και το φαγητό τελείωσε και γω σαν καλή σερβιτόρα πήρα τα γλυκά κέρασμα την ώρα που ο πλούσιος πήγε στην τουαλέτα να πλύνει τα χέρια του και να ξεπλύνει το ξύλο που δίνει της πλουσίας. Και μέχρι να βάλω το γλυκό του κουταλιού στο τραπέζι αυτό εξαφανίσθει! Ως διά μαγείας ένα καρυδάκι, ένα καρπούζι, δύο γλυκά σύκα και ένα κολοκύθι εθεάθησαν το στόμα της πλουσίας. Και την ώρα που το τραπέζι πλησίασε ο πλούσιος, τα γλυκά βρέθηκαν στον οισοφάγο της πλουσίας άτσαλα μασημένα. Α! το φχαριστήθηκε και ζήτησε με ένα αθώο βλέμμα ένα γλυκάκι! Και του στάθηκε στο λαιμό του πλούσιου η παραγγελιά και σηκώθηκαν να φύγουν άρον άρον. Έφυγαν και πήραν μαζί τη τσάντα της, τη Λουί βιτόν, τις νευρώσεις τους και ότι εξτένσιονς είχε απομείνει επί της κεφαλής της. Γιατί έτσι είναι μάνα μου αυτοί οι πλούσιοι. Παντρεύονται τις ανασφάλειες τους και ζουν αυτοί καλά και μεις καλύτερα. Ναι μάνα μου καλύτερα. Γιατί παρά να έχω τον πλούσιο στο κεφάλι μου να μου απαγορεύει να τρώω. καλύτερα να έχω το φτωχαδάκη και να τρώμε σουβλάκια και να τα φχαριστόμαστε! Άσε που παπούτσι εγώ σε σκάφος δεν βγάζω! Τρελή είμαι; να πηδηχτούν όλοι από το παράθυρο;

Σας φιλώ στα μούτρα!

Spread the love

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *