Οι δικοί μου, παλιοί συμμαθητές

Οι δικοί μου παλιοί συμμαθητές είναι εκείνα τα εξωτικά πλάσματα που πήγαινα μαζί τους, στην ίδια τάξη. Είναι όλα όσα αγάπησα, πόνεσα και πάλεψα. Τότε, που όλοι ήμασταν έφηβοι και ήμασταν σίγουροι ότι θα κατακτούσαμε τον κόσμο όλο.

Οι παλιοί μου συμμαθητές είναι οι τρυφερές αναμνήσεις του χτες. Του τόσου αθώου και γελαστού χτες. Σαν το λαμπερό χαμόγελο της Φρόσως. Του τόσου αληθινού και λαμπερού χαμόγελου. Είναι η επιμονή της Κρίστις για να μην τα βάζουμε ποτέ κάτω, είναι το κέφι της Χριστίνας, που μας υπενθυμίζει ότι μια ζωή την έχουμε, είναι η παιδικότητα της Άντρεας που σε ξεσηκώνει για καφέ Κυριακάτικα! Είναι η Έλενα, η Γεωργία, η Ντία, η Έρικα, η Αλεξία, ο Χάρης, ο Φώτης, η Ροδούλα.

Οι δικοί μου συμμαθητές όμως, δεν είναι μόνο πρόσωπα. Είναι δρόμοι, πάρκα, υπόγεια μπαράκια που μυρίζουν τσιγαρίλα και μπύρα. Είναι κοπάνες. Μπόλικες κοπάνες και αποβολές. Ομαδικές αποβολές για όλη την τάξη. Γιατί με τους παλιούς συμμαθητές ήμασταν ένα. Μαζί στα καλά, μαζί στα κακά…

Οι δικοί μου συμμαθητές είναι τα εφηβικά μου ημερολόγια. Εκείνα που έγραφα τους πρώτους μου φόβους, ζωγραφισμένους κάτω από κόκκινες καρδιές και πράσινους φοίνικες. Είναι οι πρώτες μου σκέψεις, οι πλατωνικοί μου έρωτες και οι αγνές φιλίες. Είναι ο πρώτος χορός στο πάρτι του Απόστολου, με τους γονείς του κρυμμένους στην κουζίνα!  Είναι τα δειλά ερωτικά χάδια και ο ήχος των Wham όταν τραγουδούσαν το careless whisper στα πάρτι του Τότη. Είναι η πρώτη μυρωδιά τσιγάρου Marlboro, εκεί, στο πάρκο του English school στην πρώτη κοπάνα με τον Παναγιώτη. Που μας έγινε Αμερικάνος!

Οι δικοί μου συμμαθητές, είναι ο καθρέφτης του παιδικού αγνού μου εαυτού. Είναι ο Ερνέστος, ο Μιχάλης, ο Σοφοκλής, ο Μάριος, ο Χαρίλαος, ο Κίκης, ο Ντίνος, η Οριάνα, η Θεοπίστη, η Αννίτα, η Αθηνά, ο Μιχάλης, ο Αντρέας, ο Ηλίας, η Λίζα.

Είναι όλοι όσοι χάθηκαν και όσοι δεν χάθηκαν. Γιατί έτσι είναι ο χρόνος. Καμιά φορά φτερουγίζει και πετάει. Και στο διάβα του χάνεται η τρυφερότητα της νιότης μας και μένει η καρδιά να αφηγείται περιπέτειες, σε τόνους νοσταλγικούς.

Ανήκω στους τυχερούς της γης. Οι παλιοί μου συμμαθητές είναι ακόμη δίπλα μου. Ξέρω πως αν πέσω, θα βρεθούν εκεί, να με σηκώσουν. Ξέρω πως, μπορεί να μην μιλάμε κάθε μέρα πια στο τηλέφωνο με το παλιό κατράν, αλλά αν χρειαστεί θα είναι εκεί. Γιατί είμαι απλά ένας τυχερός άνθρωπος.

Γιατί μπορεί να χάθηκαν στο διάβα οι δρόμοι μας αλλά φροντίζουμε πάντα να τραβάμε ένα μονοπάτι και να παρεκκλίνουμε της πορείας μας για να συναντηθούμε. Και είναι λες και δεν πέρασε μια μέρα. Είμαστε ακόμη εκείνοι οι ίδιοι έφηβοι που ετοιμαζόμαστε να το σκάσουμε ομαδικά από το μάθημα των Αγγλικών.

Όπως τότε.

Tips: Ωραίο, νοσταλγικό βιβλίο, που διάβασα, κάπου το 2006 και το προτείνω, είναι “Οι παλιοί συμμαθητές” του Λευτέρη Παπαδόπουλου, απο τις εκδόσεις Καστανιώτη – διαβάστε το! Αξίζει!

Κάποιες φορές, οι άνθρωποι, λέμε ανόητα πράγματα

Πρωι, πρωί, μια γνωστή, όταν έμαθε ότι γράφω παιδικά παραμύθια, με πήρε τηλέφωνο και με ύφος χιλίων καρδιναλίων, μου είπε ότι δεν το χωράει ο νους της πως γράφω παιδικά παραμύθια. Όταν την ρώτησα το γιατί, η απάντηση της με αποστόμωσε! “Μα, δεν είσαι μάνα”! μου είπε. Και έγραψα αυτό:

Το να μην γίνω μάνα, καλή μου, είναι δική μου επιλογή και δεν θα δώσω λογαριασμό σε κανένα! Κάποιες γυναίκες, επιλέγουμε τη ζωή μας. Όσο αφορά λοιπόν τη δική μου ζωή, επέλεξα ένα δρόμο από διαφορετικές εμπειρίες που με γεμίζουν εξίσου και με κάνουν πραγματικά ευτυχισμένη. Επέλεξα να απολαμβάνω τον ύπνο μου και να κάνω μεγάλα ταξίδια, να βγαίνω τα βράδια και να οργανώνω ρομαντικές αποδράσεις για δύο, σε εξωτικά μέρη. Πιστεύω βαθύτατα, ότι μπορώ να προσαρμόσω ένα παιδί στον τρόπο ζωής μου αλλά δεν το θέλω! Μου αρέσει η ζωή μου, ακριβώς ως έχει.

Φτιάχνω το πρόγραμμα μου όπως με βολεύει, ταξιδεύω όταν έχω διάθεση και χρήμα, έχω τη δυνατότητα να ξοδέψω σε φαινομενικά αχρείαστα πράγματα χωρίς να νιώθω τύψεις και, κυρίως, δεν έχω το βάρος των υποχρεώσεων που έχει ένας γονιός. Δεν υπάρχει κάτι κρυμμένο πίσω από αυτό. Ξεπέρασε το!

Λατρεύω τα παιδιά, μου αρέσει να περνάω χρόνο μαζί τους, παίζω και γίνομαι και γω παιδί μαζί τους. Αλλά μέχρι εκεί. Το πολύ μαζί το βαριέμαι. Σου αρέσει δεν σου αρέσει, είναι πρόβλημα σου. Το αν το αποδέχεσαι ή όχι, πάλι πρόβλημα σου είναι. Εγώ έκανα τις επιλογές μου και είμαι πολύ εντάξει με αυτές.

Γράφω παιδικά παραμύθια γιατί έτσι μου αρέσει. Μου αρέσουν οι παιδικές ιστορίες, οι φανταστικοί ήρωες και οι μάγισσες των παραμυθιών. Συνεχώς μαθαίνω και μελετάω για θέματα που αφορούν την παιδική ψυχολογία, παρακολουθώ σεμινάρια που αφορούν τη συγγραφή και επίσης λατρεύω τις αφοπλιστικές ερωτήσεις των παιδιών. Τις βρίσκω πιο τίμιες από τις ερωτήσεις των μεγάλων.

Και θα σου πω και κάτι άλλο, καλή μου, που ίσως σε σοκάρει. Είμαι νονά. Και μάλιστα καλή νονά. Και αυτό δεν το λέω εγώ, αλλά το γέλιο της βαφτιστήρας μου κάθε φορά που τη βλέπω. Και αυτό γίνεται κάθε μέρα.

Επέλεξα να βαφτίσω ένα παιδί γιατί ακριβώς αγαπώ τα παιδιά. Επέλεξα, να μην είμαι νονά των Χριστουγέννων αλλά είμαι full time νονά και δεν κάνω guest εμφανίσεις. Με επέλεξε η ίδια, να γίνω η νονά της πριν ακόμη γεννηθεί. Και την ώρα που ήρθε στον κόσμο, ήμουνα εκεί και το τόσο δα πλασματάκι άρπαξε το δάκτυλο μου και δεν το άφηνε με τίποτα. Με τα κλειστά της ματάκια μου χαμογελούσε και το στρογγυλό της προσωπάκι έφεγγε σαν ήλιος.

Αν υπήρχε ο όρος χαζό – νονά, σίγουρα θα κατείχα την πρωτιά. Γιατί έτσι μου αρέσει, καλή μου.

Της αφιερώνω όλο μου τον χρόνο και στην ανάγκη αλλάζω το πρόγραμμα μου για να περάσουμε τα βράδια μας μαζί. Γιατί έτσι επέλεξα να κάνω.

Της διαβάζω παραμύθια – λατρεύει τον Τριβιζά και τον Ηλιόπουλο είναι η αλήθεια – πάμε θέατρο – μέχρι στιγμής το αγαπημένο της είναι ο Τυχερός στρατιώτης που ανέβασε ο Θοκ – κολυμπάμε, γελάμε, κλαίμε. Ποτίζουμε τη σχέση μας με αυτά τα μαγικά φίλτρα που μόνο η αγάπη της νονάς ξέρει και μόνο η σχέση με το βαφτιστήρι σου μπορεί να αντέξει.

Την βλέπω να μεγαλώνει και αισθάνομαι τόση αγάπη για τους γονείς της, που μεγαλώνουν ένα τόσο υπέροχο παιδί και η υπερηφάνεια μου διαφοροποιείται μα μένει εκεί, να μου θυμίζει πως για το υπέροχο πλάσμα που στέκεται αμήχανα στη σκηνή για να πει το παιδικό της ποιηματάκι στη σχολική γιορτή, ένα μικρό λιθαράκι της μου ανήκει.  

Γιατί μπορεί να είναι δική μου επιλογή καλή μου, το να μη γίνω μάνα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μισώ τα παιδιά και δεν έχω το δικαίωμα να γράφω παραμύθια, όπως απερίσκεπτα μου είπες.

Γιατί, το να γράφεις παιδικά παραμύθια δεν αφορά στο αν έφερες ή όχι, στον κόσμο ένα παιδί. Αφορά στο βλέμμα που επιλέγεις να ρίχνεις στη ζωή σου.

Je souis garçon … και τα μυαλά στα μίξερ! PART 1

Κουκλάκια μου τρελά και αγαπημένα, εδώ και λίγο καιρό δεν αισθάνομαι καθόλου καλά.

Για να το θέσω καλύτερα, εγώ μια χαρά αισθάνομαι το πορτοφόλι μου ουχί! Και ενώ τρέχω από τη μια δουλειά στην άλλη, αυτό μένει μονίμως άδειο σε σημείο μάλιστα που σκέφτομαι να το καταργήσω. Γιατί ποιος ο λόγος αγαπητά μου κουκλάκια να διαθέτω πορτοφόλι όταν αυτό δεν γεμίζει ποτέ; Και ενώ ονειρευόμουν μονίμως ότι επιτέλους έγραψα το best seller μου και απλά κάθομαι και μου έρχονται χρήματα από τις πωλήσεις, η πραγματικότητα με προσγείωσε απότομα. Ένας λογαριασμός από δω, κάτι δικηγόροι από κει, μια πλισέ ωραιότατη φούστα που με φωνάζει να την αγοράσω.. με οδήγησαν στη σερβιτορική! Μάλιστα αγαπητέ μου στη σερβιτορική. Καμία δουλειά δεν είναι ντροπή και έτσι πήρα το δίσκο παραμάσχαλα και όποιον πάρει ο χάρος!

Και ήρθε το Σκ και βάζω το λευκό μου, από το Ariel πουκάμισο και το μαύρο μου παντελόνι, και πιάνω το δίσκο. Πρωί πρωί ενημερώνομαι ότι το μαγαζί είναι γεμάτο και ούτε για δείγμα δεν υπάρχει καρέκλα. Ωραία θα περάσουμε, μονολογώ και άρχισε η ορδή των βαρβάρων. “Κόρη μιτσιά”, (εγώ είμαι αυτή!) “ένα νερό μάνα μου”! Άλλος:” Ναι, εν η τρίτη φορά που σας ζητώ ψωμί” (ναι μάνα μου δεν βλέπεις ότι το παλεύω;) “Το λογαριασμό παρακαλώ;” μισό λεπτό. “ Πότε εν να έρτει το καλαμαρούη του μωρού;” Το περιμένουμε τώρα να αφηχθεί από τον Ατλαντικό! Άη σιχτήρ πια! Με τούτα και με κείνα τίγκα η ταβέρνα στο λαό και μεις ωσάν νέοι Λεωνίδες να τρέχουμε να προλάβουμε το κακό! Και εκεί που ο απλός λαουτζίκος έτρωγε αποχαυνωμένα τη μαρίδα του, τσουπ μπαίνει μέσα στο μαγαζί, με ύφος χιλίων καρδιναλίων, ο πλούσιος! Με την πλουσία παραμάσχαλα. Και ρωτάω τον πρώτο σερβιτόρο που εθεάθη μπροστά μου. Τι επαγγέλλεται ο μεσιέ; Πλούσιος μου λέει! Επάγγελμα, βαρύ και ανθυγιεινό που μοστράρει στα lifestyle περιοδικά μετά βαΐων και κλάδων. Και την ώρα που αράζουν την κωλάρα τους στις τόνενες καρέκλες, ευχαριστούμε το Θεό που καταδέχτηκε η κωλάρα τους να στρωθεί στην καρέκλα μας, πάει η καψερή η σερβιτόρα να πάρει παραγγελία. “Τι να σας φέρουμε”, ρωτάει χαμογελώντας και από μέσα της, παρακαλάει να μην είναι μεζές γιατί μας τελείωσε το μπαρμπούνι και τι θα μπει στη θέση του; “Α”! ανακράζει ο πλούσιος. “Θέλω γαρίδες, θέλω συναγρίδα, θέλω μια special σαλάτα, θέλω τα σέα μου και τα μέα μου”. Θέλω, και η καψερή δίπλα του η πλούσια δεν τολμάει να ανοίξει το στόμα της να πει ένα θέλω ρε αδελφέ! Λίγο τόλμησε να πει θε.. και άφησε μισοτελειωμένη τη φράση αφού ο μεσιέ πλούσιος της έριξε ένα βλέμμα, που ούτε αν πατήσεις με γόβα στιλέτο σε παρκέ γιοτ δεν σε βλέπουν έτσι. Και εδόθη η παραγγελία και ξεκίνησε το πλούσιο ζεύγος την κοινωνικοποίηση. Τουτέστιν, σέλφι, τι ωραία περνάμε εδώ στην εξοχή και τα διάφορα socialite. Μέχρι που εκουράσθην ο μεσιέ πλούσιος και άφησε το κινητό του στην άκρη. Και η μανταμ πλουσία τον αντέγραψε. Και το βλέμμα της έπεσε θολό στο ταβάνι. Και το βλέμμα του, αυτουτού, αποχαυνωμένο να παρακολουθεί τα τηγανιτά καλαμαράκια να προσγειώνονται στο διπλανό του τραπέζι. Και να πέφτει το σάλιο της πλουσίας και να την βλέπει με θανατηφόρο βλέμμα ο πλούσιος. Γιατί ο πλούσιος χτυπάει ατελείωτες ώρες στο γυμναστήριο. Ιδρώνει τη φανέλα. Φτύνει αίμα για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της σκληρής δουλειάς που επωμίστηκε, Και το ίδιο επιθυμεί και διά την πλουσία. Μακριά το χέρι από τηγανιτά σε έφαγα. Άσχετο αν μέχρι πριν γνωρίσει και νυμφευθεί την πλουσία, το τηγανιτό πήγαινε σύννεφο. Άλλου παπά ευαγγέλιο αυτό! Τώρα είμεθα πλούσιοι! Έχουμε μια πλούσια σύζυγο, ένα πλούσιο παιδί που μάλλον θα υιοθετήσουμε αφού δεν θέλουμε να χαλάσουμε το κορμί της πλούσιας συζύγου, ένα πλούσιο κηπουρό, ένα πλούσιο σοφέρ για το πλούσιο Ρέηντζ Ρόβερ μας. Την πλούσια εξακοσάρα μερσεντές την οδηγεί ο πλούσιος αδελφός της πλουσίας συζύγου και την πλούσια πόρσιε η πλούσια κουνιάδα. Το πλούσιο wanna be παιδάκι τους θα του πάρουν καμιά πλούσια Φερράρι στα 12 να έχει να πορεύεται. Φτάνει να μην τρώει τηγανιτά! Όρος απαράβατος, τηγανητό και θάνατος! Και έρχεται η σαλάτα. Πλούσια, με φρέσκα χορταράκια, ωραιότατη, μοσχομυριστή και πέφτει το πλούσιο ζεύγος με τα μούτρα στο μαρούλι! Κιχ δεν έβγαλε το αγγουράκι! Αναστέναξε και το τελευταίο χορταράκι! Γιατί επαγγέλλονται πλούσιοι οι άνθρωποι! Και πεινάνε! Ανηλεές επάγγελμα. Ψυχοφθόρο. Πειναλέο! Ξέρεις πόση ώρα μάνα μου περνά στην αισθητικό η πλουσία; Στο λαιμό της έρχεται το στομάχι μέχρι να κολλήσει το πρόσθετο νύχι! Ξέρεις πόσες σέλφι διαγράφουν τη μέρα μέχρι να βρουν τη μια και μοναδική υπερ λαμπρη σέλφι; Αυτό το δακτυλάκι που διαγράφει τη σέλφι κάθε τρεις και λίγο μπορούσε να είναι βουτηγμένο στη μερέντα! Αλλά όχι αγάπη μου! Το είδος αυτό των πλουσίων προτιμάει τις σέλφι! Μπορείς και εσύ κουκλίτσα μου; Ξέρεις πόσες ώρες μάνα μου στέκει ακίνητη η δύσμοιρη πλούσια για την πρόβα του κοκτέιλ φορέματος στην Anice; Τι σημαίνει να γυρίζεις μερόνυχτα τη Στασικράτους για να βρεις γόβα να δένει με το προαναφερθέν φόρεμα; Και ούτε επιδόματα, γιορτές, αργείες, αδείες; Τι τραβάνε και αυτοί οι πλούσιοι! Πείνα του κερατά! Για αυτό πέφτουν με τα μούτρα στη σαλάτα! Για αυτό βλέπουν το καημένο το απλό μαρουλάκι του λαού και ωρεύονται κοκορέτσια και μπριζολίδια και του δίνουν και καταλαβαίνει. Μεταξύ μας: αλήθεια; χορταίνει κανείς με μαρούλι και αγγούρι; Στα δικά μας όμως: Και στο τραπέζι πια μοστράρει πρώτη μούρη στο Καβούρι η γαρίδα. Φρέσκια, μοσχοβολάει θάλασσα και το σάλιο της πλουσίας της ήρθε και τσίτωσε στο πρόσωπο. Αρπάζει με τις χερούκλες του ο πλούσιος τη γαρίδα και την κάνει μια χαψιά. Λες, δεν γίνεται, δεν είναι δυνατόν θα φάει και αυτή η καψερή τη γαριδούλα της. Αφού τη θέλει. Το βλέπεις στο τσιτωμένο από το σάλιο και στρες πρόσωπο της. Το άγχος έκδηλο πίσω από τη σιλικόνη. Ράκος, ερείπιο. Κατάρρευσαν στην τόνενη καρέκλα όλα τα λέιζερ και οι κυτταροθεραπείες. Προσπάθησα να καταλάβω τι τρέχει. Ποιος αρρώστησε. Ποιος πέθανε. Τι της συνέβη τέλος πάντων. -Δεν με αφήνει να φάω, ανέκραξε! -Γιατί; ρώτησα δειλά τη σερβιτόρα βου -Την τελευταία φορά που έφαγε την έσπασε στο ξύλο. Μου απάντησε ψιθυριστά καθώς άνοιγε ένα μπουκάλι κρασί. “Τι έκανε λέει”; είπα μάλλον φωναχτά και ο πλούσιος γύρισε και με είδε με το δολοφονικό του βλέμμα. -ο Πισινός. Συνέχισε η σερβιτόρα βου. Θέλει τον πισινό της φλατ! Φλατ; α ρε προβλήματα που έχουν αυτοί οι πλούσιοι! Και μεις τίποτα! Ο πισινός μας τούρλα και τα μυαλά στα κάγκελα! Και πάω κοντά και πετυχαίνω την ώρα που ο πρώτος σερβιτόρος τοποθετεί τη συναγρίδα στο τραπέζι. – “Μα δεν σας άρεσαν οι γαρίδες μας”; αναφωνώ και την βλέπω να ξεροκαταπίνει το σάλιο. “Οι εν πολλά ωραίες” κράζει ο πλούσιος και του εύχομαι “στο λαιμό να σου κάτσει η γαρίδα με τον κώλο της μαζί”. “Είμαι του γλυκού”, λέει μελιστάλακτα η πλουσία και το χέρι του πλούσιου χώνεται στην τρυφερή σάρκα της συναγρίδος. “Τρώω μόνο χόρτα και γλυκά” επιμένει αυτή και πιάνω το νόημα! “Γλυκά κομμένα” ανακράζει ο πλούσιος την ώρα που το στόμα του παλεύει να χωρέσει μέσα όλη τη συναγρίδα και τη Μεσόγειο μαζί. Δεν τρώτε; συνεχίζω εγώ. “Εγώ τη γενέκα μου θέλω την λεπτή”. Λέει με μια φωνή ο πλούσιος. Μα τι λεπτή μάνα μου; αναφωνώ, ακόμα λίγο και θα τη μαζεύουμε από τους ανώνυμους ανορεκτικούς. Και απομακρύνθηκα. Και τον άφησα να τρώει τη συναγρίδα και την άλλη να βλέπει. Και μαθαίνω ότι γενικώς την σπάει στο ξύλο. Ο πλούσιος την πλουσία. Και αυτή κάθεται. Και τις τρώει. Και ξημεροβραδιάζεται στα νοσοκομεία γιατί τον αγαπάει!!!! Και αυτός την αγαπάει. Αυτήν και τα λεφτά της, που τον έκαναν πλούσιο. Αλλά έχουν και ένα άλλο πρόβλημα από ότι μαθαίνω. Το σκάφος αγάπη μου! Το σκάφος! Πήγανε Σαββατοκύριακο στη μαρίνα Λεμεσού να δείξουν το σκάφος σε κάτι φίλους και ετόλμησαν, οι φίλοι, να περπατήσουν στο σκάφος με τα παπούτσια! Φίλοι είναι αυτοί ή φίδια κολοβά; Έλα μουνί στον τόπο σου! Αν είναι δυνατόν! Και ο πλούσιος έγινε έξαλλος γιατί το σκάφος τους, το πάτησαν βάρβαροι! Εάλω το σκάφος μάνα μου. Αντί να τους δώσει καμιά ξανάστροφη καθόταν και καμάρωνε σαν γύφτικο σκεπάρνι! Αυτό! Αυτό την πλήγωσε την καψερή την πλούσια και δεν έτρωγε! Αυτό και που της έπεσε το ένα εξτένσιον από το μαλλί την ώρα που βούταγε κρυφά ένα κομματάκι σούσι. Τι τραβάνε αγάπη μου αυτές οι πλούσιες! Τι κρίματα πληρώνουν! Και το φαγητό τελείωσε και γω σαν καλή σερβιτόρα πήρα τα γλυκά κέρασμα την ώρα που ο πλούσιος πήγε στην τουαλέτα να πλύνει τα χέρια του και να ξεπλύνει το ξύλο που δίνει της πλουσίας. Και μέχρι να βάλω το γλυκό του κουταλιού στο τραπέζι αυτό εξαφανίσθει! Ως διά μαγείας ένα καρυδάκι, ένα καρπούζι, δύο γλυκά σύκα και ένα κολοκύθι εθεάθησαν το στόμα της πλουσίας. Και την ώρα που το τραπέζι πλησίασε ο πλούσιος, τα γλυκά βρέθηκαν στον οισοφάγο της πλουσίας άτσαλα μασημένα. Α! το φχαριστήθηκε και ζήτησε με ένα αθώο βλέμμα ένα γλυκάκι! Και του στάθηκε στο λαιμό του πλούσιου η παραγγελιά και σηκώθηκαν να φύγουν άρον άρον. Έφυγαν και πήραν μαζί τη τσάντα της, τη Λουί βιτόν, τις νευρώσεις τους και ότι εξτένσιονς είχε απομείνει επί της κεφαλής της. Γιατί έτσι είναι μάνα μου αυτοί οι πλούσιοι. Παντρεύονται τις ανασφάλειες τους και ζουν αυτοί καλά και μεις καλύτερα. Ναι μάνα μου καλύτερα. Γιατί παρά να έχω τον πλούσιο στο κεφάλι μου να μου απαγορεύει να τρώω. καλύτερα να έχω το φτωχαδάκη και να τρώμε σουβλάκια και να τα φχαριστόμαστε! Άσε που παπούτσι εγώ σε σκάφος δεν βγάζω! Τρελή είμαι; να πηδηχτούν όλοι από το παράθυρο;

Σας φιλώ στα μούτρα!

Στις χαρές μας λεύτερες ή Γιατί δεν θα καταφέρω να γίνω cougar ποτέ!

Έκανα scroll στα περβόλια και στους ανθισμένους κήπους της ιντερνετικής μου ανίας και έπεσα πάνω στη Cougar (λέξη που, κατά το λεξικό της σύγχρονης βικιπαίδειας , είναι αργκό και ορίζεται ως η γυναίκα που συνδέεται ερωτικά με πολύ μικρότερο της άντρα. Συνήθως η γυναίκα αυτή, είναι πετυχημένη – κατά δική της φιλοδοξία, αγαμήτου – κατά γενική ομολογία – και γριά – σύμφωνα με το πιστοποιητικό γεννήσεως της. Το άτομο αυτό, η Λένα μας δηλαδή, το Λενάκι της διπλανής πόρτας, η Λενιώ για τους κολλητούς της, χαρακτηρίζεται από τα εξτένσιονς και τη τιράντα του σουτιέν η οποία μονίμως προεξέχει από το κολλητό τοπάκι. Συνήθως κυκλοφορεί με τιγρέ κολάν αφού οι cougar, και η κάθε cougar που σέβεται τον εαυτό της, αφήνει τη φαντασία του κάθε wana be toy boy της, ελεύθερη να εκφραστεί. Σημειολογικά, το τιγρέ κολάν φανερώνει τον άγριο χαρακτήρα που κρύβεται βαθιά στα μεγάλα από το botox στήθια της, αφού, αρχικά η λέξη cougar υπήρξε για να περιγράφει τα μεγάλα άγρια θηλυκά των βουνών, που συναναστρέφονταν με τα γνωστά μας πούμα. Της γνωστής οικογενείας των τίγρεων. Τα συναντούσαμε κυρίως στην Αμερική. Τώρα τα συναντάμε κυρίως στις Lifestyle στήλες των gossip περιοδικών που κυκλοφορούν ευρέως στο διαδίκτυο. Ας επανέλθουμε όμως: η Λενιώ μας αποτελεί ιδιαίτερη συνομοταξία θηλαστικού. Είναι αδιευκρίνιστο εάν εντάσσεται στη χλωρίδα ή την πανίδα του τόπου μας. Ή του πλανήτη τούτου. Δεν αποτελεί είδος προς εξαφάνιση, αντιθέτως και αδιευκρινίστως, πολλαπλασιάζεται σε μεγάλο βαθμό ωσάν αμοιβάδα. Απίστευτο αλλά με κάποιο τρόπο πολλαπλασιάζονται. Η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά αφού στην ηλικία που είναι δεν μπορεί να τεκνοποιήσει. Πρώτη διδάξασα του είδους η Μαντόνα. Όπου κράταγε το toy boy της και το γυρόφερνε σε gala και red carpet. Η Ελληνίδα cougar όμως, και κατ΄ επέκταση η Κύπρια, ελέω μη αρκετών πολιτιστικών εκδηλώσεων εις την χώρα, γυροφέρνει το toy boy της σε γυμναστήριο, φιλανθρωπικά τεϊα κατά την σύγχρονη ελληνική, καθώς και σε ταινίες. Ενίοτε και σε τηλεοράσεις. Οι Cougar δεν προσφέρουν τίποτα στην ανθρωπότητα. Το ένα και μόνο προσόν της wanna be cougar είναι η εκπληκτική ικανότητα της, σε σημείο θράσους, να την πέφτει σε μικρότερους άντρες. Ηθοποιούς, τραγουδιστές, φορτηγατζήδες, ενίοτε και οικοδόμους. Εδώ θα μπορούσα να πρόσθετα διάφορα ονόματα, αλλά ελέω η οικονομική κρίση δεν αντέχω άλλες μηνύσεις μάνα μου! Η συμπαθής κατά τα άλλα συνομοταξία έχει κάνει το διδακτορικό της σε βερνίκια νυχιών, κρέμες, μπότοξ και τριώροφα ασημένια πέδιλα. Η φήμη ότι εξασκούνται στην μπανάνα για ευνόητους λόγους, παραμένει αδιευκρίνιστη. Στην ελληνική πραγματικότητα η cougar κυριαρχεί. Είναι σαν να λέμε, και γαμά και δέρνει. Πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα. Στιχουργός, τηλεοπτική σταρ, πανελίστρια, ξεπεσμένη μοντέλα καθότι γερασμένη, σεναριογράφος του κώλου. Τέλος πάντων διάσημη! Πως λέμε δεν την ξέρει η μάνα της; Η μάνα της την ξέρει και την καλοξέρει αλλά μόνο η μάνα της. Οι υπόλοιποι την βλέπουμε στη Γ’ Εθνική των talk shows και των σήριαλ και αισθανόμαστε αμήχανα ίσως και ενοχικά. Θα έπρεπε να τη γνωρίζουμε εμείς αυτήν τώρα; Προφανώς! Για να της παίρνουν κοτζάμ συνέντευξη! Η Cougar έχει και άποψη – όχι για θέματα βαρέα και ανθυγιεινά μην πάει ο νους σου στο κακό – Το αγαπημένο της θέμα είναι η καριέρα της. Και πως αυτή προωθείτε μέσω του copy paste αλλά αυτό είναι άλλο θέμα και όχι της παρούσης. Η καριέρα της λοιπόν είναι θέμα SOS. Ανυπερθέτως πέφτει στις εξετάσεις. Όπως και η ερώτηση κρίσεως: είσαι μόνη αυτό το διάστημα; Τότε η cougar και η κάθε cougar που σέβεται και εκτιμάει τον εαυτό της, χαμογελάει και φαίνεται το χαμόγελο Hollywood, τινάζει το μαλλί λίγο πίσω, λίγο όμως μη φανεί η ραφή που της έκανε ο Φουστάνος, τόσα χρήματα έδωσε και δηλώνει τη βαθιά και βαθυστόχαστη απάντηση: μια κυρία ποτέ δεν μιλάει για τα προσωπικά της. Και τι να πεις μωρή; φωνάζει η γιαγιά από την κουζίνα. Τι να πεις; που έβαλες τον 22άρη μες το σπίτι και στα τρώει; τι να πεις μωρή που ξημεροβραδιάζεσαι ολημερής στα γυμναστήρια και ολονυχτίς στο φουστάνο για να σου τραβήξει το μουνί να φύγουν οι ζάρες; Η γιαγιά κάποια στιγμή σωπαίνει. Ίσως αυτό οφείλετε στο χάπι της πίεσης, ίσως γιατί μπερδεύτηκε και αντί μπισκότο έφαγε το cookie του μικρού, δεν ξέρω. Πάντως σώπασε! Και την ίδια ώρα η cougar γίνεται λαλίστατη. Αφού κρύβει με έξυπνο τέχνασμα διά της παλάμεως το φρεσκομποτοξιασμένο χείλη αναφέρει πρωτοτύπως: Εγώ τον άντρα τον θέλω έξυπνο, μορφωμένο (του δημοτικού) ευαίσθητο (που να προλάβει να μεγαλώσει και να ζήσει εμπειρίες που θα του μαύριζαν την ψυχή;) γοητευτικό και με αίσθηση του χιούμορ. Βέβαια! Γιατί αν δεν έχει την αίσθηση του χιούμορ πως θα γελάει με την κατάντια του, που τον οδήγησε να πηδήξει τη γριά; Που είναι το μπαλκόνι να πηδήξω τώρα; Καμία cougar τον άντρα δεν τον θέλει πλούσιο. Βέβαια! Πότε να προλάβει να μαζέψει κάνα φράγκο ο ελεεινός; Τον μάζεψε η cougar και τον έκανε μπιμπελό. Να τον κοιτάζουν αυτή και οι φίλες της. Επίσης καμία δεν τον θέλει επιτυχημένο. Τι να τον κάνει τον επιτυχημένο; Θα γύριζε ο επιτυχημένος να της ρίξει δεύτερη ματιά; Ή ακόμη καμία δεν τον θέλει γνωστό. Ούτε για φτύσιμο δεν θα την είχε ο διασήμου. Και έρχεται και δένει το συκαλάκι, διότι η cougar θεωρεί δεδομένο ότι η ίδια είναι έξυπνη, μορφωμένη, ευαίσθητη, και με αίσθηση του χιούμορ συν επιτυχημένη διασήμου και πλούσια κυράτσα που μπορεί να τρώει τα λεφτά που μάζεψε με τον ιδρώτα της στο γυμναστήριο σε prive μαθήματα μήπως εξαφανίσει τις ραγάδες που της άφησαν τα χρόνια που η ίδια ήτο ασήμαντη ατάλαντου και παναγνώστου. Όλα αυτά προφανώς τα έχει στο τσεπάκι της οπότε λογικά ψάχνει το alter ego της για να έρθει να δέσει το εξένσιον με το μπότοξ. Εγώ, τον άντρα τον εθέλω λεβέντη! Ειδικά αυτή! Όλες οι υπόλοιπες που δεν είμαστε cougar, που δεν έχουμε εξένσιονς, που η μούρη μας είναι όπως μας έφτιαξε η μάνα μας, τον άντρα τον εθέλουμε μαλάκα! Έχουμε όμως και κάτι βίτσια εμείς! Εμείς τον άντρα τον θέλουμε κρετίνο, βόδι, τέρας, αναλφάβητο, και να πατάει και τις γάτες στο δρόμο. Να πέρδεται και να σκίζεται ο κάβαλος. Επίσης, συνεχίζει η cougar τον άντρα τον θέλω να τα συνδυάζει όλα: να είναι και σύντροφος και εραστής! Εγώ πάλι αγάπη μου σκέφτομαι ότι είμαι λίγο πιο απαιτητική, πιο δύσκολη, λίγο πιο στριμμένο άντερο. Τον άντρα τον θέλω και σύντροφο και εραστή και φίλο και μάνα και πατέρα και το σόι του μέσα. Αυτόν ψάχνω στη ζωή μου, αυτόν αναζητώ. Δύσκολο όμως αγάπη μου γιατί έφτασα 40 και οι άντρες τείνουν να εκλείψουν και να υπάρξουν μόνο ως ένας παλιός αστικός μύθος. Όμως καθότι φέρω και την ταμπέλα του open minded, μη χέσω ατόμου, δεν σου κρύβω ότι προβληματίστηκα. Μήπως με πήραν τα χρόνια και είμαι κατά βάθος πιο μεγάλη από τη μεγάλη cougar; Μήπως είμαι παλιομοδίτισσα και δεν το θέλω μάνα μου αφού για να με έλξει ένας άντρας πρέπει να είναι δυναμικός και επιτυχημένος και ουχί αμούστακος; προπαντός όχι αμούστακος! Τι να τον κάμω τον άτριχο παιδί μου; να παίζουμε τις κουμπάρες; Λόλα να πάρε μια γόβα; Θου Κύριε μακριά από μας! Μήπως να πάω να κοιταχτώ σε κάνα ψυχολόγο; Και κάθομαι και συλλογίζομαι νωρίς τα ξημερώματα για το πώς τον θέλω τον άντρα! Μάλιστα. Τον άντρα τον θέλω διεκδικητικό. Να ξέρει τι θέλει, πως το θέλει και γιατί το θέλει. Να βαράει το χέρι στο τραπέζι , λέμε τώρα γιατί αν το βαρέσει και πολύ θα του φορέσω το τραπέζι στο κεφάλι, και να σπάει το σίδερο! Τον θέλω να προγραμματίζει το μέλλον του αναλογιζόμενος και το παρών του. Να ξέρει που πατάει και που πηγαίνει. Τον θέλω να του αρέσουν οι έξυπνες γυναίκες, οι δυναμικές. Να συζητάω με τις ώρες μαζί του, να έχει το θάρρος της γνώμης του και να μιλάει ξεκάθαρα και σταράτα. Θέλω τον άντρα να προσπαθεί να εξελίσσει τον εαυτό του προς το καλύτερο και μαζί να εξελίσσομαι και γω… Από την άλλη όμως σκέφτομαι ότι καλά κάνει η cougar και η κάθε cougar αφού όλα αυτά τα θέλω μου είναι όνειρα θερινής νυχτός και πούτσες μπλε και αμούστακες! Οι σύγχρονοι ώριμοι άντρες μοιάζουν περισσότερο με Πήτερ Παν παρά με τον Mr. Big από το Sex and the City. Έχουμε πήξει στους Πήτερ Παν και τα μυαλά στα κάγκελα. Και ερωτώ το βαθύ μακρύ και βαθυστόχαστο ερώτημα: μήπως η Λενιώ είναι πιο έξυπνη από όλες μας; αλλά και από την άλλη εγώ αγάπη μου δεν χρειάζoμαι εξτένσιονς, δεν χρειάζομαι προεξέχουσες τιράντες σουτιέν, δεν χρειάζομαι να γίνω διασήμου.

Εγώ σκατά τα κάνω και χωρίς αξεσουάρ

σας φιλώ στα μούτρα!